ΕπετειακΑ ΓεγονΟτα

Α. Ἡ ἔλευση τοῦ Ἱεροῦ Λειψάνου τοῦ Ὁσίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ στὴν Παλλήνη

 

    Ἕνα πρωτόγνωρο γεγονὸς ἔζησε ἡ πόλη καὶ ἡ ἐνορία μας τὸ πενθήμερο, ἀπὸ 3 ἕως 8  Ὀκτωβρίου 2008, μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Ἱεροῦ Λειψάνου τοῦ μεγάλου ἁγίου της Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ὅλης της ὀρθοδοξίας, τοῦ ὁσίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ. Οἱ στιγμὲς ὑπῆρξαν συγκλονιστικὲς καὶ τὰ συναισθήματα ποὺ ἀποκομίσαμε ἀνεπανάληπτα.

    Ἡ συρροὴ τοῦ κόσμου, ποὺ προσῆλθε μὲ ἄπειρα αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸν ἐκλεκτό του δοῦλο Σεραφείμ, ἂν δὲν συγκίνησε ἀκόμη καὶ τὴν πιὸ σκληρὴ καρδιά, σίγουρα προβλημάτισε ὡς γεγονὸς καὶ τοὺς πιὸ καχύποπτους - ἰδιαίτερα στὶς μέρες μας - ποὺ ἡ πίστη τοῦ λαοῦ βάλλεται ἀνελέητα καὶ τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα πλήττεται ἀπὸ ὁρισμένους ἀνεπιτυχῶς.

    Αὐτὸ εἶναι ὅμως τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, ἡ πίστη νὰ χτυπιέται, ἡ ἐμπιστοσύνη στὸν κλῆρο νὰ κλονίζεται, ἡ διακονία τῆς Ἐκκλησίας ν’ ἀμφισβητεῖται καὶ παρὰ ταῦτα, νὰ συνωστίζονται οἱ πιστοὶ ὧρες πολλὲς γιὰ νὰ προσκυνήσουν ἕνα μικρὸ τεμάχιο ἱεροῦ λειψάνου, ἴσως ἀγνώστου στοὺς  πολλούς, ἁγίου.

    Δὲν εἶναι ὅμως παράξενο συναίσθημα γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας τὸ γεγονὸς αὐτό. Ἂν ἀνατρέξουμε στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τῶν 2008 ἐτῶν, τέτοια γεγονότα θὰ βροῦμε ἀναρίθμητα. Ἡ Ἐκκλησία τῶν δύο πρώτων αἰώνων, ἀνδρώθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε μὲ τὸ αἷμα 11 ἑκατομμυρίων μαρτύρων, ποὺ θαρραλέα ἔκλιναν τὸν αὐχένα στὸ Ρωμαῖο δήμιο γιὰ νὰ κηρύξουν «Χριστὸν καὶ τοῦτον Ἐσταυρωμένον». Τὸ αἷμα αὐτὸ ἐξαπλώθηκε στὰ πέρατα τοῦ κόσμου καὶ πότισε τὶς διψασμένες ψυχὲς ποὺ ἀναζητοῦσαν ἐναγωνίως τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.

    Πρόσφατα, στὴν πατρίδα τοῦ Ὁσίου Σεραφεὶμ στὴ Ρωσία γιὰ 70 ὁλόκληρα χρόνια, ἡ πίστη στὸ Χριστὸ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ στοὺς ἁγίους ἤταν «ἔγκλημα», ὥστε νὰ ἐκτοπίζονται οἱ ὀρθόδοξοι στὸν παγωμένο βορρᾶ καὶ οἱ ἱερεῖς νὰ ἀφανίζονται μεθοδικὰ γιὰ νὰ διαγραφεῖ ἀπὸ τὴν ρωσικὴ ἱστορία ἡ χριστιανικὴ ὀρθόδοξη πίστη.

    Πόσο ἐπίκαιρα εἶναι πάντα τὰ σοφὰ λόγια του μεγάλου Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος κήρυττε γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας ὅτι : «Πόσοι ἐπολέμησαν τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ οἱ πολεμήσαντες ἀπώλοντο; Αὕτη δὲ ὑπὲρ τὸν οὐρανὸν ἀναβέβηκε. Τοιοῦτον ἔχει μέγεθος ἡ Ἐκκλησία· πολεμουμένη νικᾶ, ἐπιβουλευομένη περιγίνεται, ὑβριζομένη, λαμπροτέρα καθίσταται, δέχεται τραύματα καὶ οὐ καταπίπτει ὑπὸ τῶν ἑλκῶν, κλυδωνίζεται, ἀλλ’ οὐ καταποντίζεται, χειμάζεται, ἀλλὰ ναυάγιον οὐχ ὑπομένει, παλαίει, ἀλλ’ οὐχ ἡττᾶται, πυκτεύει, ἀλλ’οὐ νικᾶται. Διὰ τὶ οὖν συνεχώρησε τὸν πόλεμον; Ἵνα δείξη λαμπρότερον τὸ τρόπαιον».

    Ἀλλὰ καὶ ἡ πολεμικὴ ποὺ γίνεται στὴν εὐλογημένη συνήθεια τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ τιμᾱ καὶ εὐλαβεῖται τὰ τίμια καὶ μυροβόλα λείψανα τῶν ἁγίων μας, δυστυχῶς καλὰ κρατεῖ. Σὲ προηγούμενο ἄρθρο μας, μέσα ἀπὸ τὶς φιλόξενες σελίδες τοῦ «ΠΑΛΛΗΝΕΑ», εἴχαμε ἐπισημάνει τὴν σπουδαιότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν ξεχωριστὴ εὐλογία ποὺ ἀποκομίζουν οἱ πιστοὶ ἀπὸ τὴν τιμητικὴ προσκύνηση τῶν ἱερῶν λειψάνων. Δὲν εἶναι τὰ λείψανα τῶν ἁγίων μας νεκρὰ κόκαλα ὅπως ἰσχυρίζονται μερικοί, ἀλλὰ πολύτιμος θησαυρὸς καὶ πηγὴ ἀνεξάντλητος ποὺ διοχετεύει τὴν Θεία Χάρη.

    Ὅλα αὐτὰ βέβαια ἀπευθύνονται σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν πίστη καὶ εἶναι συνειδητὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας μας, γιατί οἱ ἐχθροὶ καὶ οἱ ὑβριστὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, οὔτε θαύματα, οὔτε ἅγια λείψανα, οὔτε καὶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας κατάφερε νὰ μεταβάλει τὴν παγωμένη καρδιὰ τους ἀλλὰ οὔτε καὶ οἱ ἄπειρες μαρτυρίες τῶν ἀνθρώπων ποὺ εὐεργετήθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ διὰ πρεσβειῶν τῶν ἁγίων, τοὺς ἔπεισαν γιὰ τὸ μεγαλεῖο Του.

    Ὅλοι ἐμεῖς ὅμως, γίναμε τὸ πενθήμερο αὐτὸ ἀψευδεῖς μάρτυρες τῆς ἀγάπης τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Ἐκκλησία Του καὶ τῆς εὐεργεσίας τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν εὐσεβῆ λαό Του. Ἄνθρωποι πονεμένοι ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδας, ἔτρεξαν νὰ προσκυνήσουν τὸν ἅγιο μὲ ἀπαράμιλλη πίστη. Νέοι καὶ ἡλικιωμένοι ἔδωσαν δυναμικὰ τὸ παρὼν στὴν πρόσκληση τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας γιὰ νὰ ἀντλήσουν δύναμη ὥστε νὰ ἀντιμετωπίσουν τὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς. 

    Πῶς νὰ περιγράψει κανεὶς μὲ λόγια τὶς στιγμὲς αὐτῆς τῆς θρησκευτικῆς κατάνυξης ποὺ ζήσαμε; Πῶς νὰ ἀποτυπώσει σὲ λίγες μόνο γραμμὲς ὅσα ἀποτύπωσε στὴν ψυχὴ καὶ στὴν καρδιά μας, ἡ ζωντανὴ πράγματι παρουσία τοῦ ἁγίου στὴ πόλη καὶ τὴν ἐνορία μας; Ὁ καθένας μας φύλαξε στὴν καρδιὰ του ὅ,τι προσωπικὰ καὶ μοναδικὰ ἔνιωσε ὡς εὐλογία τὶς μέρες ἐκεῖνες.

    Ἐγὼ ἀδελφοί μου, φύλαξα ὡς ἱερὰ παρακαταθήκη τὴν πεποίθηση πλέον, ὅτι ὁ λαὸς τῆς πόλης μας καὶ οἱ εὐσεβεῖς ἐνορίτες μας συνδέθηκαν τόσο πολὺ μὲ τὸν ἅγιο Σεραφείμ, ποὺ νομίζω ὅτι δίπλα στὴν ἀγάπη ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν προστάτη καὶ πολιοῦχο μας ἅγιο Τρύφωνα, προσθέσαμε καὶ τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν τιμὴ ποὺ πρέπει πλέον νὰ ἀποδίδουμε σὲ ὅλους μας ἁγίους μας, ἰδιαίτερα ὅμως στὸν ταπεινὸ καὶ ἀνεξίκακο δοῦλο τοῦ Θεοῦ, τὸν διαπρύσιο κήρυκα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας, τὸν ὅσιο Σεραφείμ.

    Παραθέτουμε μία σύντομη βιογραφία τοῦ ἁγίου γιὰ ὅσους δὲν εἶχαν τὴν εὐλογία μέχρι τώρα νὰ μάθουν γιὰ τὴ ζωή του, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ γνωριμία μας μὲ τοὺς ἁγίους μᾶς ὁδηγεῖ στὸν ὀρθὸ δρόμο ποὺ πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ ἀκολουθήσουμε γιὰ νὰ αἰσθανθοῦμε ὅπως καὶ ἐκεῖνοι, ζωντανὴ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας. 

Ἀρχιμ. Ἱερώνυμος Σχίζας

 

 

Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ

    Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ γεννήθηκε στὸ Κοὺρσκ τῆς Ρωσίας στὶς 19 Ἰουλίου 1759 καὶ ὀνομάσθηκε Πρόχορος. Οἱ γονεῖς του, Ἰσίδωρος καὶ Ἀγάθη Μοσνίν, ἦταν εὐκατάστατοι ἔμποροι. Ὁ πατέρας του εἶχε ἐργοστάσια πλινθοποιίας καὶ παράλληλα ἀναλάμβανε τὴν ἀνέγερση πέτρινων οἰκοδομημάτων, ναῶν καὶ σπιτιῶν.    

    Κάποτε ἄρχισε νὰ χτίζει στὸ Κοὺρσκ ἕνα ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ Ὁσίου Σεργίου τοῦ Ραντονέζ, τοῦ Θαυματουργοῦ, ἀλλὰ ξαφνικὰ τὸ 1762, πεθαίνει, ἀφήνοντας στὴν σύζυγό του τὴ μέριμνα γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ναοῦ. Ὁ Πρόχορος κληρονόμησε τὶς ἀρετὲς τῶν γονέων του καὶ ἰδίως τὴν εὐσέβειά τους.

    Σὲ ἡλικία δέκα ἐτῶν ἄρχισε νὰ μαθαίνει μὲ ζῆλο τὰ ἱερὰ γράμματα, ἀλλὰ ἀρρώστησε ξαφνικὰ βαριὰ χωρὶς ἐλπίδα ἀναρρώσεως. Στὴν κρισιμότερη καμπὴ τῆς ἀσθένειας εἶδε στὸν ὕπνο του τὴν Παναγία, ἡ ὁποία ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ καὶ θὰ τὸν θεραπεύσει.    

    Πράγματι, ἔτυχε μία μέρα νὰ γίνεται λιτανεία καὶ νὰ περνᾶ ἔξω ἀπὸ τὴν οἰκία τοῦ μικροῦ ἄρρωστου παιδιοῦ, ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἔπιασε δυνατὴ βροχή. Ἡ λιτανεία σταμάτησε καὶ ἡ εἰκόνα μεταφέρθηκε στὴν αὐλὴ τῆς οἰκίας τοῦ Προχόρου, μέχρι νὰ περάσει ἡ μπόρα. Τότε ἡ μητέρα του Ἀγάθη, κατέβασε τὸ ἄρρωστο παιδί της καὶ τὸ πέρασε κάτω ἀπὸ τὴν εἰκόνα. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἡ ὑγεία του βελτιώθηκε μέχρι ποὺ ἀποκαταστάθηκε τελείως.

    Νέος ἐγκαταλείπει τὸ πατρικό του σπίτι, στὴν πόλη Κούρσκ, καὶ ἔρχεται νὰ μονάσει στὴ μονὴ τοῦ Σάρωφ. Ἡ δοκιμασία του προκειμένου νὰ γίνει Μοναχὸς διαρκεῖ ὀκτὼ χρόνια. Στὶς 13 Αὐγούστου τοῦ 1786 κείρεται Μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Σεραφείμ. Σὲ δυὸ μῆνες χειροτονεῖται Διάκονος.

    Περιφρουρούμενος μὲ τὸ ταπεινὸ φρόνημα ὁ Διάκονος Σεραφείμ, ἀνέρχεται στὴν Πνευματικὴ ζωὴ «ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν». Ὡς Διάκονος παραμένει ὅλη τὴν ἡμέρα στὸ Μοναστήρι, διακονεῖ στὶς Ἀκολουθίες, τηρεῖ μὲ ἀκρίβεια τοὺς μοναστηριακοὺς κανονισμοὺς καὶ ἐκτελεῖ τὰ διακονήματά του. Τὸ βράδυ ὅμως ἀπομακρύνεται στὸ δάσος, στὸ ἐρημικό του κελί, ὅπου διέρχεται τὶς νυκτερινὲς ὧρες μὲ προσευχή, καὶ πολὺ πρωὶ ἐπιστρέφει πάλι στὸ μοναστήρι.

    Στὶς 2 Σεπτεμβρίου 1793 χειροτονεῖται ἱερεὺς καὶ ἀφοσιώνεται μὲ μεγαλύτερο ζῆλο καὶ ἀγάπη στὸν Πνευματικὸ ἀγῶνα. Τώρα πλέον δὲν τὸν ἱκανοποιεῖ ὁ βαρὺς γιὰ τοὺς ἄλλους μόχθος τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς, δηλαδὴ ἡ κοινὴ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ὑπακοή, ἡ ἀκτημοσύνη. Μέσα του φουντώνει ἡ δίψα γιὰ πιὸ ὑψηλὲς Πνευματικὲς ἀσκήσεις. Ἐγκαταλείπει λοιπόν, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ἡγουμένου, τὴ Μονὴ καὶ ἀποσύρεται μέσα στὸ πυκνὸ δάσος τοῦ Σάρωφ. Περνᾶ ἐκεῖ δεκαπέντε χρόνια σὲ τέλεια ἀπομόνωση, μὲ αὐστηρὴ νηστεία, ἀδιάλειπτη προσευχή, μελέτη τοῦ Θείου Λόγου καὶ σωματικοὺς κόπους. Γιὰ χίλιες ἡμέρες καὶ χίλιες νύκτες μιμεῖται τοῦ παλιοὺς στυλῖτες τῆς Ἐκκλησίας. Ἀνεβασμένος σὲ μία πέτρα καὶ μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα στὸν οὐρανό, προσεύχεται : «Ὁ Θεὸς ἰλάσθητι μοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ».

                                                                                          

    Τελειώνοντας τὴν ἀναχωρητικὴ ζωὴ ἐπανέρχεται στὴ Μονὴ τοῦ Σάρωφ καὶ κλείνεται σὰν σὲ μνῆμα στὴν ἀπομόνωση γιὰ ἄλλα δεκαπέντε χρόνια. Γιὰ τὰ πρῶτα πέντε βάζει τὸν ἑαυτό του στὸν κανόνα τῆς σιωπῆς. Μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ φωτίζει ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν Θεία Χάρη καὶ ἀξιώνεται νὰ ζήσει Πνευματικὲς ἀναβάσεις καὶ νὰ δεῖ θεϊκὰ ὁράματα.   

    Μετὰ τὸν ἐγκλεισμό, ὥριμος πλέον στὴν Πνευματικὴ ζωὴ καὶ γέροντας στὴν ἡλικία, ἀφιερώνεται στὴ διακονία τοῦ πλησίον, τοῦ ἐλάχιστου ἀδελφοῦ. Μὲ τὴν αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωή του καὶ τὴν φωτεινὴ μορφή του εἶχε προσελκύσει γύρω του πλῆθος Χριστιανῶν, ποὺ τὸν ἀγαποῦσαν καὶ πίστευαν ἀκράδαντα  στὴν θαυματουργικὴ δύναμη τῶν ἁγίων του προσευχῶν. Πλούσιοι καὶ φτωχοί, διάσημοι καὶ ἄσημοι συνέρρεαν καθημερινὰ στὸ κελί του, γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του καὶ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση γιὰ τὴ ζωή τους. Τοὺς δεχόταν ὅλους μὲ ἀγάπη καὶ ὅταν ἔβλεπε τὰ πρόσωπά τους ἀναφωνοῦσε: «Χαρά μου!».

    Ἐξομολογοῦσε πολλούς, θεράπευε ἀσθενεῖς, ἐνῶ σὲ ἄλλους ἔδιδε νὰ ἀσπασθοῦν τὸ σταυρὸ ποὺ εἶχε κρεμασμένο στὸ στῆθος του ἢ τὴν εἰκόνα ποὺ εἶχε στὸ τραπέζι τοῦ κελιοῦ του. Σὲ πολλοὺς πρόσφερε ὡς εὐλογία ἀντίδωρο, ἁγίασμα ἢ παξιμάδια, ἄλλους τοὺς σταύρωνε στὸ μέτωπο μὲ λάδι ἀπὸ τὸ καντήλι, ἐνῶ μερικοὺς τοὺς ἀγκάλιαζε καὶ τοὺς ἀσπαζόταν λέγοντας: «Χριστὸς Ἀνέστη!».

    Τὴν 1η Ἰανουαρίου 1833, ἡμέρα Κυριακή, ὁ Ὅσιος ἦλθε γιὰ τελευταία φορὰ στὸ Ναὸ τοῦ νοσοκομείου τῶν Ἁγίων Ζωσιμᾶ καὶ Σαββατίου. Ἄναψε κερὶ σὲ ὅλες τὶς εἰκόνες καὶ τὶς ἀσπάσθηκε. Μετάλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ μετὰ τὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας ζήτησε συγχώρεση ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀδελφούς, τοὺς εὐλόγησε, τοὺς ἀσπάσθηκε καὶ παρηγορητικὰ τοὺς εἶπε: «Σώζεσθε, μὴν ἀκηδιᾶτε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε. Στέφανοι μᾶς ἑτοιμάζονται». Ὁ Μοναχὸς Παῦλος πρόσεξε ὅτι ὁ Ὅσιος ἐκείνη τὴν ἡμέρα πῆγε τρεῖς φορὲς στὸν τόπο ποὺ εἶχε ὑποδείξει γιὰ τὸν ἐνταφιασμό του. Καθόταν ἐκεῖ καὶ κοίταζε ἀρκετὴ ὥρα στὴ γῆ. Τὸ βράδυ τὸν ἄκουσε νὰ ψάλλει στὸ κελί του Πασχαλινοὺς ὕμνους: «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι…», «Φωτίζου, φωτίζου ἡ νέα Ἱερουσαλήμ…», «Ὦ Πάσχα, τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ…».

    Ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 2 Ἰανουαρίου 1833. Οἱ μοναχοὶ τὸν εἶδαν μὲ τὸ λευκὸ ζωστικό, γονατιστὸ σὲ στάση προσευχῆς μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἀσκεπή, μὲ τὸ χάλκινο σταυρὸ στὸ λαιμὸ καὶ μὲ τὰ χέρια στὸ στῆθος σὲ σχῆμα σταυροῦ. Νόμιζαν ὅτι τὸν εἶχε πάρει ὁ ὕπνος.

    Τὰ ἱερὰ λείψανά του ἐξαφανίστηκαν κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως καὶ ξαναβρέθηκαν τὸ 1990, στὴν Ἁγία Πετρούπολη. Τὸ 1991 ἐπέστρεψαν στὴν μονὴ Ντιβέγιεβο. Ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν μνήμη του στὶς 2 Ἰανουαρίου καὶ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν του λειψάνων στὶς 19 Ἰουλίου.

© 2014 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode