ΙερατικΕΣ ΜορφΕΣ

Στη παρούσα σελίδα που τιτλοφορείται ΙΕΡΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΛΗΝΗΣ δημοσιεύονται άθρα ή κείμενα που αφορούν μορφές της τοπικής μας εκκλησίας που με την πνευματική και ποιμαντική τους εργασία οικοδόμησαν το πλήρωμά της και απετέλεσαν φωτεινά πρότυπα της εκκλησιαστικής μας ζωής.

 

Σειρά: Ἱερατικὲς μορφὲς τῆς Παλλήνης.

Πρωτοπρεσβύτερος

Ἀστέριος  Γκορμόλιας

 

«Δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι καὶ ἐν Κυρίῳ μισθός αὐτῶν...»

 

    Βαρὺ τὸ πλῆγμα γιὰ τὴν ἐνορία μας, δυσαναπλήρωτο τὸ κενὸ ποὺ ἄφησε ἡ ἐκδημία τοῦ πνευματικοῦ μας πατέρα, μακαριστοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Ἀστερίου Γκορμόλια. Ξημερώματα τῆς 16ης Αὐγούστου τοῦ 2007, μία ἡμέρα μετὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς ἐνδόξου Κοιμήσεως τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου δοκιμαζόμενος ἐπὶ ἐννέα μῆνες. Τὶς χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες τῆς πανηγύρεως τοῦ παλαιοῦ μας Ἱεροῦ Ναοῦ διαδέχθηκε τὸ ἄκουσμα τῆς πένθιμης μεγάλης καμπάνας του, ποὺ ἀνήγγειλε τὸ πέρασμα τοῦ πατρὸς Ἀστερίου ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη τούτη ματαιότητα στὴν αἰωνιότητα.

    Πρωῒ-πρωῒ, εἰσῆλθε γιὰ τελευταία φορὰ στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος ἡ κέρινη ἁγιασμένη σορός του καὶ  ἐκτέθηκε γιὰ ν’ ἀσπαστοῦμε ὅλοι ἐμεῖς, τ’ ἀγαπημένα παιδιά του, γιὰ ὕστατη φορὰ τὸ εὐλογημένο χέρι του.

    Τὸ ἀπόγευμα μἐ σεβασμὸ καὶ τιμή, ἐψάλη ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία. Ἀκούστηκαν ἐπικήδειοι λόγοι καὶ ὁ γέροντας ἔκανε τὸν τελευταῖο του περίπατο στοὺς δρόμους τῆς Παλλήνης, ὅπως συνήθιζε κάθε ἀπόγευμα, γιὰ ν’ αναπαύσει τὸ κουρασμένο καὶ βασανισμένο, ἀπὸ τοὺς πολλούς του ἀγῶνες, κορμὶ στὸ κοιμητήριο τῶν Σπάτων.

    Εἶναι δύσκολο νὰ σκιαγραφήσει κανεὶς τὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ψυχικὸ μεγαλεῖο τοῦ μακαριστοῦ π. Ἀστερίου. Καὶ ἡ δυσκολία ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ἴσως μὲ ἐγκωμιαστικοὺς λόγους βγαλμένους ἀπὸ τὴν ψυχή μας «ἀδικήσουμε» τὴν ἐπίμονη προσπάθειά του, ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια,  νὰ διατηρήσει τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν ποιμαντική του ἐργασία σὲ ἀφανὴ καὶ ταπεινὰ ἐπίπεδα.  

    Τρία στοιχεῖα τοῦ χαρακτῆρα του καὶ τρία στοιχεῖα τῆς ἱερατικῆς του διακονίας νομίζω μένουν ἀνεξίτηλα καὶ χαραγμένα στὸ μυαλὸ καὶ στὴν ψυχή μας, γιὰ νὰ μᾶς θυμίζουν ἔντονα τὸν καλοκάγαθο γέροντά μας καὶ νὰ μὴ μᾶς ἐπιτρέψουν ποτὲ νὰ λησμονήσουμε τὸ ἀθόρυβο καὶ διακριτικὸ πέρασμά του ἀπὸ τὴν ζωή μας.

    Ἦταν ἀγαθὸς καὶ ἄκακος ὡς γνήσιος ἀμνὸς τοῦ Ἀρχιποίμενος Χριστοῦ. Χαμογελαστὸς πάντα καὶ πρὸς πάντας, ἀποδεικνύοντας σὲ ὅλους ἐμᾶς ὅτι στὴν ψυχὴ κάθε  γνησίου τέκνου τοῦ Θεοῦ δὲν χωροῦν μίση καὶ κακίες. Δὲν στέρησε σὲ κανένα μας τὴν καλημέρα, δὲν μᾶς πίκρανε ποτὲ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε τὸ πρόσωπό του οὔτε γιὰ μιὰ στιγμὴ σκυθρωπὸ ἤ ἔστω θλιμμένο. Χαμογελαστός, καλοσυνάτος καὶ εὐπροσήγορος μὲ ὅλους εἴχε γίνει παράδειγμα ποὺ δυστυχῶς δὲν κατορθώσαμε νὰ μιμηθοῦμε. 

    Ἦταν ὑπομονετικὸς καὶ μακρόθυμος ὡς γνήσιος μιμητὴς τῶν μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὑπέμεινε στὸ διάβα τῆς πολύχρονης ἱερατικῆς του πορείας κακουχίες, δυσκολίες, διώξεις καὶ ταπεινώσεις, τὶς ὁποῖες δέχτηκε μὲ ἀπαράμιλλο ἦθος καὶ ἀξιοζήλευτη καρτερικότητα. Δὲν παραπονέθηκε ποτὲ καὶ γιὰ κανένα. Δὲν ἀκούσαμε ἀπὸ τὰ χείλη του οὔτε μία φορὰ γογγυσμό, οὔτε ἀξίωσε ποτὲ τὸ δίκιο του. Πάντα χαμογελαστὸς σὲ «προκαλοῦσε» μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταπείνωσή του νὰ ὑποκλιθεῖς στὸ ἀνυπέρβλητο μεγαλεῖο του.

    Ἦταν σεμνὸς καὶ σεβαστὸς σὰν  γνήσιος πατὴρ τῶν ἀποστολικῶν χρόνων τῆς Ἐκκλησίας μας. Μία παρουσία ποὺ ἄφηνε τὸ ἄρωμα τῆς ἁγιαστικῆς μαρτυρίας καὶ σὲ συνέπαιρνε μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς γνήσιας ἐφαρμογῆς τοῦ εὐαγγελικοῦ παραγγέλματος. Σκορποῦσε γύρω του ὀσμὴ «εὐωδίας πνευματικῆς» καὶ ἀποτελοῦσε γιὰ τὸν τόπο μας μία ἄσβεστη καιομένη λαμπάδα, ἰχνηλάτης στὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀστείρευτη πηγὴ τῶν θείων ἀληθειῶν τῆς πίστεώς μας.

    Τὰ παραπάνω στοιχεῖα συνέθεταν τὸν ξεχωριστὸ χαρακτῆρα τοῦ ἀγαθοῦ Λευίτη τῆς τοπικῆς μας ἐκκλησίας. Ξεχωριστὴ ὅμως ἦταν καὶ ἡ ἱερατική του παρουσία στὴν ἐνορία μας. Μία παρουσία διακριτική, ἁγιασμένη καθ’ ὅλα, γιὰ νὰ δεικνύει στὶς μέρες μας τὸ ἀληθινὸ πρότυπό του ποιμένα τῆς ἐκκλησίας μας.

    Ἦταν ἀκάματος λειτουργός, μὲ φόβο Θεοῦ καὶ περισσὴ εὐλάβεια. Διέκρινες στὸ πρόσωπό του τὴν συστολὴ ποὺ ἁρμόζει σὲ λειτουργό, ὅταν προσεγγίζει τὸ θυσιαστήριο, γιὰ νὰ τελέσει τὴν ἀναίμακτη θυσία. Οὐδέποτε βιάστηκε, πάντα μὲ τὴν ἁπλὴ καὶ ἀνεπιτήδευτη μελῳδική του φωνὴ μετέδιδε τὰ θεῖα νοήματα, ἀποδίδοντας τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους καὶ τὰ ἱερὰ ἀναγνώσματα μὲ ἰδιαίτερη χάρη καὶ προσοχή.

    Ἦταν ὁ πνευματικός, ποὺ στὸ πετραχήλι του ἀναπαύθηκε πλῆθος πιστῶν. Ἀκούραστα ἐξομολογοῦσε καὶ καταπράυνε τὰ πάθη τῶν προσερχομένων πιστῶν, ποὺ στὸ πρόσωπό του ἔβρισκαν τὸν στοργικὸ πατέρα, τὸν θεράποντα ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τὸν σώφρονα κριτὴ τῶν ἁμαρτημάτων τους. Ὅπου ὑπηρέτησε ἄφησε ἀνεξίτηλο τὸ μήνυμα ὅτι μόνο μέσω τοῦ σωστικοῦ μυστηρίου τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς συχνῆς συμμετοχῆς στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας δύναται ὁ ἄνθρωπος νὰ σωθεῖ.

    Ἦταν ὁ ἀδιαλείπτως προσευχόμενος ἱερέας. Πολλὲς φορὲς μόνος του ἔμπροσθέν του ἱεροῦ θυσιαστηρίου ἀνέπεμπε θερμὴ προσευχὴ καὶ ἀμήχανα ἀποσυρόταν, ὅταν διέκρινε τὴν παρουσία μας. Φιλακόλουθος, δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὴν καθημερινὴ τέλεση τοῦ ἑσπερινοῦ καὶ στὶς πανηγύρεις μεγαλόπρεπα δήλωνε μὲ τὴν γεροντική του μορφὴ καὶ τὴν στεντόρεια μελωδική του φωνὴ τὸ ἰδιαίτερα «αἰδέσιμον» τῆς ἡμέρας.

    Ὅλα τα παραπάνω μᾶς προτρέπουν, ἀδελφοί μου, νὰ ὑποκλιθοῦμε ἀφενὸς στὸ μεγαλεῖο της ψυχῆς του καὶ ἀφετέρου νὰ μιμηθοῦμε τὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία του. Γιὰ ἐμᾶς δὲ τοὺς συνεφημερίους καὶ ἀδελφούς του, ἡ παρακαταθήκη τοῦ γέροντος εἶναι βαριὰ καὶ ἀνεκτίμητη· νὰ διαπλάσουμε  τὸν χαρακτῆρα μας μὲ γνώμονα τὶς ἀρετές του καὶ νὰ μορφώσουμε τὴν ἱερατική μας παρουσία σύμφωνα μὲ τὸ δικό του διδακτικὸ παράδειγμα. Τὸ πέρασμά του ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ τὴν πόλη μας ἂς ἀφήσει ζωντανὸ στὸν καθένα ξεχωριστὰ καὶ σὲ ὅλους μαζὶ τὸ ἄρωμα τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς εὐλάβειας ποὺ διέκριναν τὴ μορφὴ καὶ τὸ βίο του.

    Ἂς ἔχουμε τὴν εὐχή του.         

Ἀρχιμ. Ἱερώνυμος Σχίζας

 

Πρεσβύτερος

Νικόλαος Λυμπεραος

 

Πρῶτος ἱερέας τῆς πόλεώς μας ὑπῆρξε ὁ πρεσβύτερος Νικόλαος Λυμπεραῖος. Γεννήθηκε στὴ νῆσο Σίφνο τὸ 1854. Μεγάλωσε στὴ Κωνσταντινούπολη  καὶ σπούδασε στὴ φημισμένη θεολογικὴ σχολὴ τῆς Χάλκης. Παντρεύτηκε τὴ Μαργαρίτα Καλογρίδη μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησαν ἑπτὰ παιδιά. Τὸν Ἰωάννη, τὸν Χαράλαμπο, τὸν Ἀντώνιο, τὸν Δημήτριο, τὸν Ἀνδρέα, τὴν Ἀσημίνα καὶ τὴν Κατερίνα.

Χειροτονήθηκε Διάκονος καὶ πρεσβύτερος καὶ διορίστηκε ὡς ἐφημέριος στὸ Κόρθι τῆς Ἄνδρου ἀπ’ ὅπου ἦταν καὶ ἡ καταγωγὴ τῆς πρεσβυτέρας του. Πρωτοστάτησε γιὰ τὴν ἀνέγερση ἱεροῦ ναοῦ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου καὶ ταξίδεψε  στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ στὴν Ὀδησσὸ γιὰ τὴν ἀνεύρεση χρηματικῶν δωρεῶν ἀπὸ πλούσιους ὁμογενεῖς γιὰ τὴν ἀποπεράτωση τοῦ ναοῦ τοῦ μάρτυρος.

Ἐκεῖ τοῦ δόθηκε ὡς ἐξαιρετικὴ  εὐλογία ξύλινη λειψανοθήκη μὲ περίτεχνη ἀργυρὴ πλάκα ποὺ περιεῖχε τεμάχια ἱερῶν λειψάνων τῶν ἁγίων Τρύφωνος, Χαραλάμπους, Μοδέστου καὶ Παντελεήμονος, τὴν ὁποία ἀπὸ τότε καὶ μέχρι τὸ ἐπίγειο τέλος τῆς ζωῆς του. Διαφύλαττε μὲ πολὺ εὐλάβεια καὶ πίστη στὴν πρεσβυτική  του κατοικία. Στὶς ἑορτὲς τῶν ἁγίων τὴν ἔθετε σὲ προσκύνηση γιὰ εὐλογία καὶ ἐνίσχυση τοῦ εὐσεβοῦς ποιμνίου του.

Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὸ τριετὲς σχεδὸν ταξίδι του γιὰ τὴν ἀνεύρεση χρημάτων πρὸς ἀποπεράτωση τοῦ ναοῦ στὸ Κόρθι τῆς Ἄνδρου, βρίσκει τὴν ἐφημεριακή του θέση κατειλημμένη  καὶ ἀναγκάζεται μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά του νὰ ἀναζητήσει ἄλλη θέση ἀπὸ τὸν  Μητροπολίτη Ἀθηνῶν ποὺ εἶχε στὴν δικαιοδοσία του τότε ὅλο τὸ νομὸ Ἀττικῆς. Ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν τοῦ ἀναθέτει τὸ 1896 τὴν ποιμαντικὴ μέριμνα καὶ φροντίδα τῶν κολίγων τοῦ τσιφλικιοῦ «Χαρβάτι» γιὰ νὰ ἐξυπηρετεῖ τὶς λατρευτικές τους ἀνάγκες στὸ ναΐδριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς οἰκογένειας Θεοφιλάτου.

Τὸ 1910 καὶ σὲ ἡλικία 56 ἐτῶν ἐγκαταλείπει τὸ μάταιο τοῦτο κόσμο καὶ πορεύεται πρὸς τὴν αἰωνιότητα ἀνοίγοντας τὸ πρῶτο κεφάλαιο στὴν ἐνοριακὴ ἱστορία τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας. Ὁ π. Νικόλαος ὑπῆρξε ὑποδειγματικὸς ἱερεύς, ἄριστος οἰκογενειάρχης καὶ ἀκάματος ἐργάτης στὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου μας.

Ὑποδειγματικὸς ἱερεύς, γιατί εὐθὺς ἀμέσως μόλις χειροτονήθηκε καὶ τοῦ ἀνατέθηκαν ἐφημεριακὰ καθήκοντα, ἐργάσθηκε μὲ περισσὴ ὁρμὴ καὶ θέληση γιὰ νὰ  δημιουργήσει κατάλληλες συνθῆκες γιὰ τὴν πνευματικὴ καὶ ποιμαντικὴ ἀναβάθμιση τῆς ἐνορίας καὶ τοῦ ποιμνίου του. Ἄριστος οἰκογενειάρχης, γιατί δημιούργησε μαζὶ μὲ τὴν πρεσβυτέρα του Μαργαρίτα μία πολυμελῆ καὶ ὄμορφη οἰκογένεια, τὴν ὁποία διέπλασε μὲ τὸ ἱερατικό του ἦθος καὶ ὕφος, ὥστε νὰ διαπνέεται ἀπὸ χριστιανικὲς ἀξίες καὶ ἀρχές. Ἀκάματος ἐργάτης, γιατί δὲν ἀπογοητεύτηκε ὅταν ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη βρῆκε κατειλημμένη τὴν ἐφημεριακή του θέση στὴν Ἄνδρο, οὔτε πάλι δειλίασε ὅταν τοῦ ἀνατέθηκε ἕνας μικρὸς συνοικισμὸς πτωχῶν κολίγων χωρὶς ἐνοριακὲς συνθῆκες ἢ ἔστω ἐνοριακὸ ναό.    

Ἀντίθετα κοπίασε μὲ ὅλες τὶς διαθέσιμες σωματικὲς καὶ ψυχικές του δυνάμεις, νὰ διαμορφώσει πρῶτος ἐκεῖνος ἐνοριακὲς συνθῆκες ποὺ θὰ ὁδηγοῦσαν βαθμιαία στὴν ὀργάνωση τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας.

 

Ἀρχιμ. Ἱερώνυμος Σχίζας

Πρεσβύτερος

Διονύσιος Πετρόπουλος.

 

    Γιὰ ἀρκετὰ χρόνια καὶ σὲ δύσκολες ἐποχές, ὑπηρέτησε στὴν ἐνορία μας ὡς ἐφημέριος ὁ μακαριστὸς πρεσβύτερος Διονύσιος Πετρόπουλος.    

    Ὁ πατὴρ Διονύσιος, ἄνθρωπος ἁπλὸς καὶ ταπεινός, μὲ ἱερατικὸ ἦθος καὶ ὕφος, ποίμανε τὴν ἐκκλησία τῆς Παλλήνης μὲ ἁπλότητα καὶ ταπείνωση, φορτωμένος τὶς θλιβερὲς συνέπειες ποὺ προκάλεσε ὁ Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ἡ οἰκτρὰ γερμανικὴ κατοχή, οἱ ἐκτελέσεις ἑλλήνων ἀγωνιστῶν, ἡ πεῖνα καὶ ἡ ἐξαθλίωση τοῦ λαοῦ μας καὶ ὅσα ἄλλα δεινὰ ἄφησε πίσω της ἡ ταραγμένη αὐτὴ περίοδος στὴν πατρίδα μας.

    Ὅλα τα παραπάνω τάραξαν τὴν εὐαίσθητη ὅπως φάνηκε ἐκ τῶν ὑστέρων καρδιά του καὶ κυρίως κλόνισαν τὴν ψυχική του ὑγεία, ὥστε πολλὲς φορὲς ἡ ἱερατική του ζωὴ καὶ στάση νὰ μὴν εἶναι ἡ ἀναμενόμενη καὶ ἡ ἐπιβεβλημένη. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἴσως ἔκανε πολλοὺς νὰ τὸν παρεξηγήσουν στὴν ἄσκηση τῶν ἱερατικῶν του καθηκόντων ἀλλὰ καὶ πολλοὺς νὰ συμμερίζονται μὲ θλίψη τὸν πόνο ποὺ ἔκρυβε  ἡ κλονισμένη καὶ ταλαιπωρημένη ψυχή του καὶ νὰ βλέπουν μὲ συμπάθεια καὶ ἀγάπη κάθε «ἐκτροπή» του.

    Ὁ πατὴρ Διονύσιος γεννήθηκε στὴ Ζάκυνθο τὸ 1914. Τὴν 26η Δεκεμβρίου 1937 παντρεύτηκε μὲ τὴν Ὄλγα Μοσχέτα στὸν Ἱερὸ Ναὸ Περιβλέπτου Ἰωαννίνων μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησε ἕνα γιὸ τὸν Γεώργιο-Ἰωσήφ. Χειροτονήθηκε διάκονος τὴν 6η Ἰουνίου 1938 ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίων Πάντων Καλλιθέας καὶ πρεσβύτερος τὴν 24η Αὐγούστου 1943 ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Ζακύνθου Χρυσοστόμου Δημητρίου στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίας Εἰρήνης Αἰόλου. Ὑπηρέτησε ὡς ἐφημέριος στὴν γενέτειρά του καὶ συγκεκριμένα στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Νικολάου τῆς πόλεως Ζακύνθου. Ἐν συνεχεὶα μετετέθη στὸν Ἱερὸ Ναὸ Παναγίας Βλαχερνῶν Πειραιῶς.

    Τὴν 8η Ὀκτωβρίου 1945 διορίστηκε ἐφημέριος του Ἱεροῦ Ναοῦ Κοιμήσεως Θεοτόκου Παλλήνης ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ἀττικῆς καὶ Μεγαρίδος Ἰάκωβο Βαβανάτσο καὶ ὑπηρέτησε τὴν ἐνορία μας μέχρι τὴν 23η Ὀκτωβρίου 1970 ὅπου καὶ μετετέθη στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης Καμαρίζης Λαυρίου.

    Ὑπῆρξε ἁγνὸς καὶ ἀγαθὸς λευίτης καὶ ἰδιαίτερα ἀγαπητὸς στὰ μικρὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα σύναζε στὸ Ἱερὸ Βῆμα κατὰ τὶς Ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ γενόμενος καὶ αὐτὸς παιδὶ ἔπαιζε μαζί τους, ἀναζητώντας ἴσως διέξοδο ἀπὸ τὴν θλίψη ποὺ προκάλεσαν οἱ τραγικὲς μνῆμες τῆς γερμανικῆς κατοχῆς, στὰ ἀθῶα καὶ ἀπονήρευτα πειράγματά τους.

    Ἦταν φιλακόλουθος καὶ εὐπροσήγορος, χωρὶς ἰδιαίτερα χαρίσματα καὶ κοσμικὴ μόρφωση ἀλλὰ μὲ ἁπλότητα καὶ καλοκάγαθη διάθεση δίδασκε τὴν προσήλωση στὸ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας μας, τὴν ἀγάπη στὸν πάσχοντα συνάνθρωπο καὶ τὴν ταπείνωση ποὺ πρέπει νὰ διακρίνει κάθε πιστὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας μας.

    Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ξεκίνησαν οἱ προσπάθειες γιὰ τὴν ἀνέγερση μεγαλύτερου Ναοῦ στὴν Παλλήνη καὶ χαράχθηκαν μὲ διορατικότητα τὰ σχέδια γιὰ ἕναν εὐρύχωρο, λειτουργικὸ καὶ περίλαμπρο Ἱερὸ Ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ πολιούχου Ἁγίου μας, Μεγαλομάρτυρος Τρύφωνος. Ἂν ὁ μακαριστὸς π. Διονύσιος καὶ οἱ δραστήριοι τότε συνεργάτες του, δὲν εἶχαν προβλέψει τὴν κατοπινὴ ἐξέλιξη τῆς Παλλήνης καὶ τὴν πληθυσμιακὴ ἔκρηξη ποὺ θ’ ἀκολουθοῦσε, θὰ εἶχαν παραβλέψει τὴν ἀνάγκη του αὔριο καὶ θὰ εἶχαν παραμείνει στὴν βολὴ του σήμερα καὶ μετὰ βλέπουμε.

    Στὴν ἄσκηση τῶν καθηκόντων του ὑπῆρξαν βέβαια καὶ προβλήματα ποὺ δὲν ὀφείλονταν στὴν κατὰ πάντα καλή του προαίρεση ἀλλὰ στὰ σοβαρὰ προβλήματα ὑγείας ποὺ ἀντιμετώπιζε  καὶ τὴν ταραγμένη ψυχική του κατάσταση. Τὸ τελευταῖο σίγουρα δημιουργοῦσε πρόσθετα προβλήματα καὶ στὴν ἄσκηση τῶν ἱερατικῶν του καθηκόντων, ἀλλὰ τὴν περίοδο ἐκείνη ὁ πληθυσμὸς τῆς ἐνορίας μας ποὺ ἦταν μικρὸς καὶ ὄχι αὐξανόμενος ὅπως σήμερα, δὲν ἐπέτρεπαν τὸν διορισμὸ καὶ δεύτερου ἐφημερίου γιὰ νὰ καλύψει τὸ κενό της ποιμαντικῆς μέριμνας καὶ προσφορᾶς ποὺ γιὰ λόγους ὑγείας ὁ π. Διονύσιος εἶχε δημιουργήσει.

    Μετὰ ἀπὸ 25 χρόνια ἱερατικῆς διακονίας μετατίθεται στὴν μικρὴ  ἐνορία τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης στὴν Καμάριζα τοῦ Λαυρίου γιὰ νὰ τὸν ἀντικαταστήσει ἕνας ἐξίσου ἀγαθός, πρᾶος καὶ ἰσάξιος ποιμένας τῆς λογικῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ μας, ὁ μακαριστὸς Πρωτοπρεσβύτερος Ἀστέριος Γκορμόλιας.

    Ὁ ἀείμνηστος πρεσβύτερος Διονύσιος Πετρόπουλος ἀποτελεῖ γιὰ τὴν ἐνορία μας σημαντικὴ πνευματικὴ παρακαταθήκη, ἀφοῦ ἡ σεμνὴ καὶ ἀγαθὴ ἱερατική του πορεία ὑποδεικνύει στὸν καθένα μας τὴν αὐθεντικὴ μορφὴ τοῦ ἱερέα ποὺ ὁ Θεὸς τὸν κατέστησε λειτουργὸ τῶν μυστηρίων του καὶ ποιμένα τῆς λογικῆς του ποίμνης. Ἡ ἐπισφαλὴς ὑγεία του  ἴσως νὰ σκίαζε τὸ ποιμαντικό του ἔργο καὶ ὁ ἀπονήρευτος αὐθορμητισμός του νὰ ἀλλοίωνε τὴν ἀγαθή του πρόθεση. Στὸν καθένα μας ὅμως πρέπει νὰ ἠχεῖ ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μας «Μακάριοι ο πτωχο τ πνεύματι τι ατν στι βασιλεία τν ορανν».

    Οἱ ταπεινοὶ καὶ ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως ἄνθρωποι ἀκόμη καὶ ὅταν ἀστοχοῦν στὴν ἄσκηση τῶν καθηκόντων τους, ὁ Θεὸς λόγω αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς ἀγαθῆς τους προαιρέσεως, τοὺς καταξιώνει στὴν Βασιλεία του, ἄσχετα ἂν ὅλοι ἐμεῖς ἐγκλωβισμένοι τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν ἐθελοτυφλοῦμε καὶ δὲν βλέπουμε τὸ μεγαλεῖο της Χάριτός του, ὅπως ἐκδηλώνεται στὰ πρόσωπα ἀνθρώπων ποὺ ὁ νοῦς δὲν μᾶς ὑποψιάζει καὶ ἡ λογική μας εἶναι ἐμπόδιο γιὰ νὰ τὴν πλησιάσει. 

    Ἂς διατηρήσουμε ἀπὸ τὴν εἰκοσιπεντάχρονη διακονία τοῦ μακαριστοῦ πατρὸς Διονυσίου στὴν ἐνορία μας, ὡς ἀνάμνηση ἀγαθὴ τὴν ταπείνωσή του καὶ ἂς προσευχόμαστε στὸν Θεὸ νὰ ἀναπαύει τὴν ψυχὴ του ἐν χώρα ζώντων.   

Ἀρχιμ. Ἱερώνυμος Σχίζας.

 

Ἀρχιμανδρίτης

Νικόδημος  Θωμᾶς

 

          «Μακάριοί ἔστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ἡμᾶς καὶ διώξουσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ῥῆμα καθ’ ἡμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ»

 

Πεπρωμένο κάθε κληρικοῦ καὶ δὴ Ἱερομονάχου εἶναι νὰ πέφτει θῦμα συκοφαντιῶν κακοβούλων ἀνθρώπων, ἀκόμη καὶ ἀπὸ μέλῃ τῆς ἱερατικῆς οἰκογένειας, καὶ νὰ ὑπομένει μέχρι τέλους καρτερικὰ τὴν ἀπόδοση τῆς Θείας δικαιοσύνης. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριός μας στὴν Ἐπὶ τοῦ Ὅρους ὁμιλία Του μᾶς ἀπευθύνει  τὸν παραπάνω λόγο του, γιὰ νὰ καταδείξει στὸν καθένα μας ὅτι ἡ Ἱερωσύνη δὲν εἶναι δρόμος εὐκόλως προσπελάσιμος ἀλλὰ πορεία μαρτυρική, ποὺ μέσα ἀπὸ θλίψεις καὶ συκοφαντίες ἔχει ὡς κατάληξη τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση. Ἄλλωστε μᾶς τὸ εἶχε προαναγγείλει καὶ οἱ ἀπόστολοι τὸ διέδωσαν ὅτι «Ἔστε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου».

Ὁ παραπάνω πρόλογος, ποὺ ἀφορᾱ τὸ ἄρθρο μας γιὰ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιμανδρίτη Νικόδημο Θωμᾱ, θὰ ἦταν περιττός, ἂν οἱ θλίψεις καὶ τὰ βάσανα τῆς ἱερατικῆς του ζωῆς δὲν τὸν συνόδευαν  καὶ στὴν διακονία του ὡς πρώτου ἐφημερίου στὴν Ἐνορία Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν Παλλήνης. Ὁ ξαφνικός του θάνατος παραμονὴ τῶν Θεοφανείων τοῦ 1977 ἀπὸ ἐγκεφαλικὸ ἐπεισόδιο καταδεικνύει τὴν κόπωση καὶ τὴν θλίψη ποὺ προκάλεσαν στὴν εὐαίσθητη καρδιὰ του οἱ δοκιμασίες ποὺ ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ περάσει. Ἀλλὰ ὅπως μᾶς λέγει καὶ ὁ Ἱερὸς Ψαλμωδὸς, ἔτσι δοκιμάζει ὁ Κύριος τους ἐκλεκτούς του, «ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ...» καὶ «ὡς ὁλοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αὔτους».

Ὁ μακαριστὸς Ἀρχιμανδρίτης Νικόδημος Θωμᾶς γεννήθηκε τὸ 1921 στὴν Κύμη Εὐβοίας. Ἔλαβε τὰ ἐγκύκλια γράμματα στὴν γενέτειρά του καὶ ἐν συνεχεία γράφτηκε στὸ Ἀνώτερο Φροντιστήριο τῆς Ριζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς.   Ἐκπλήρωσε τὶς στρατιωτικές του ὑποχρεώσεις καὶ ἐντάχθηκε τὸ ἔτος 1949 ὡς δόκιμος μοναχὸς στὴν τότε Ἀνδρώα Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως Θεοτόκου Μακρυμάλλης Ψαχνῶν Εὐβοίας. Στὶς 26 Μαρτίου 1950 χειροτονήθηκε διάκονος στὸν μεγαλοπρεπὴ Ἱερὸ Ναὸ Εὐαγγελιστρίας Χαλκίδος ὑπὸ τοῦ Ἀειμνήστου Γέροντος Μητροπολίτου Χαλκίδος Γρηγορίου (τοῦ Πλειανθοῦ) καὶ στὶς 16 Δεκεμβρίου 1950 Πρεσβύτερος λαμβάνοντας καὶ τὸ ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου ὑπὸ τοῦ ἰδίου Ἀρχιερέως. Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ ἀλληλογραφία ποὺ ἀντάλλαξαν ὁ Γέρων Μητροπολίτης Χαλκίδος Γρηγόριος μὲ τὸν Ἐπίσκοπο τῆς γενέτειρας τοῦ π. Θωμᾶ, Μητροπολίτη Καρυστίας καὶ Σκύρου Ἀνανία. Ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος ζητᾶ τὴν νενομισμένη ἄδεια τοῦ Μητροπολίτου Ἀνανία προκειμένου νὰ χειροτονήσει τὸν π. Θωμᾶ. Καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ Μακαριστοῦ Ἀνανία ἀναφέρει :

 

«Ἀγαπητὲ ἐν Χριστῷ ἀδελφέ, Ἅγιε Χαλκίδος.

Λίαν εὐχαρίστως παρέχομεν τὴν συγκατάθεσιν ἡμῶν, ἵνα προβῆτε εἰς τὴν χειροτονίαν τοῦ πνευματικοῦ μου τέκνου Νικ. Θωμᾱ, ἀλλ’ ἂν δὲν πρόκειται νὰ τὸν χρησιμοποιήσητε ὡς ἐφημέριον καὶ μένῃ είς τινὰ Μονήν, δέον μετὰ τινὰ χρόνον νὰ μοῦ τὸν δώσητε νὰ τὸν ἔχω ὡς διάκονον καὶ γραφέα, καθ’ ὅσον ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον τὸν ἀνέμενον καὶ ἐσχάτως δὲν γνωρίζω πῶς μετέβαλε γνώμην νὰ μείνη ἐν Χαλκίδι.

                                                             Μετὰ τῆς ἐν Κυρίῳ ἀγάπης

                                                                Ὁ Καρυστίας καὶ Σκύρου Ἀνανίας»

Ἕνας φέρελπις νέος, μὲ ἦθος καὶ πνευματικὴ κατάρτιση ἀποτελεῖ γιὰ τὶς δύο Μητροπόλεις ἀξιόλογο δυναμικό, ποὺ ἡ κάθε μία ὑπολογίζει στὶς ἱκανότητές του καὶ προσδοκᾶ τὴν διακονία του. Ἀπὸ πολὺ νωρὶς ὁ π. Νικόδημος ἀναλαμβάνει εὐαίσθητους πνευματικοὺς τομεῖς διακονίας καὶ ὁ Γέρων Μητροπολίτης του, ποὺ ἀποβλέπει στὶς ἱκανότητες καὶ στὸ διαφαινόμενο ἱερατικό του ἦθος καὶ ὕφος, τὸν ἐμπιστεύεται σὲ δύσκολες πνευματικὲς ἀποστολές. Τοῦ ἀναθέτει διαδοχικὰ καθήκοντα ἐφημερίου στὸν Ἱερὸ Ναὸ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου τῆς Κωμοπόλεως Λίμνης ἀπὸ τὸ 1950 μέχρι 1972, ἀναπληρωτοῦ Ἡγουμένου στὴν Ἱερὰ Μονὴ Γέροντος (Ὁσ. Δαβὶδ) καὶ ἐν συνεχεία Ἡγουμένου μέχρι  τῆς παραιτήσεώς του τὴν 6η  Ἰανουαρίου 1972 καὶ Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου Αἰγαίων μέχρι τῆς παραιτήσεώς του τὴν 26η  Μαρτίου 1969.

Ἐπὶ τῆς Ἡγουμενίας του στὴν Μονὴ τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ ἔγιναν σημαντικὰ ἔργα ἀναστηλώσεως, ἀλλὰ κυρίως ἀνέπτυξε πλούσια ἱεραποστολικὴ καὶ φιλανθρωπικὴ δράση. Τὸ τελευταῖο μάλιστα ἀπετέλεσε καὶ ἐκτοξευθεῖσα κατηγορία ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν συκοφαντῶν του, ὅτι τὰ εἰσοδήματα τῆς Μονῆς τὰ «διασκορπίζει» στοὺς κατοίκους τῶν γύρω περιοχῶν, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνει τὴν εὔνοια καὶ τὴν στήριξή τους.

 Ἕνα κύμα συκοφαντιῶν καὶ ἀσύστολων ψευδῶν ἀπὸ ἐλάχιστους, μὲ προσωπικὰ συμφεροντολογικὰ κριτήρια ἀνθρώπους, σὲ μία ταραγμένη περίοδο, προκαλοῦν τὴν ἀπαρχὴ τῆς δοκιμασίας καὶ τὸν κλονισμὸ τῆς ὑγείας του.  Ἐξαναγκάζεται νὰ παραιτηθεῖ καὶ νὰ «ἀπογυμνώσει» τὴν ἱερατική του διακονία ἀπὸ κάθε τιμητικὸ ἐκκλησιαστικὸ ἀξίωμα.

Ἀποσύρεται πληγωμένος στὴν μετάνοιά του, στὸ μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ καὶ βρίσκει παρηγοριὰ στὴν ἁγιασμένη παρουσία τοῦ συμμοναστοῦ του καὶ ἀγαπημένου του ἀδελφοῦ π. Ἰακώβου Τσαλίκη. Δυστυχῶς ὅμως καὶ ἡ φυσική του παρουσία «ἐν ἐφησυχασμῷ» ἐνοχλεῖ τοὺς διῶκτες του, ποὺ συνεχίζουν ἀπτόητοι τὸ ἀνίερο συκοφαντικό τους ἔργο. Ἀντηχοῦν στὴν πληγωμένη συνείδησή του τὰ λόγια του Κυρίου μας «Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησι ὑπὲρ τῶν προβάτων», καὶ ἀποφασίζει νὰ προκρίνει τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν εἰρήνευση αὐτῆς παρὰ τὴν προσωπική του δικαίωση καὶ τὴν παραδειγματικὴ τιμωρία τῶν συκοφαντῶν του.

Ἀφήνει τὸ ἀπορφανισμένο ποίμνιό του στὰ ἁγιασμένα χέρια καὶ στὴν σωστικὴ καθοδήγηση τοῦ παραδελφοῦ του π. Ἰακώβου καὶ ἐγκαταλείπει τὴν Μονὴ τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ καὶ τὴν Εὔβοια, βρίσκοντας παρηγοριὰ στὴν ἀπέναντι ὄχθη τοῦ Εὐβοϊκοῦ, στὴν Λοκρίδα, ἀτενίζοντας ἔστω καὶ μακρόθεν τὴν ἀγαπημένη του Μονή. Ματαίως προσπαθοῦν περίλυπα τὰ πνευματικά του παιδιὰ νὰ μεταπείσουν τὴν τότε ἐκκλησιαστικὴ διοίκηση νὰ ἀπορρίψει τὶς ἀναπόδεικτες καὶ κακόβουλες ὑπόνοιες τῶν συκοφαντῶν του. Τοπικοὶ φορεῖς τῆς Κωμοπόλεως Λίμνης καὶ πολλοὶ εὐσεβεῖς κάτοικοι τῶν γύρω περιοχῶν συλλέγουν ὑπογραφές, γιὰ νὰ ἐνισχύσουν τὸ ἔργο καὶ τὴν προσφορὰ τῆς διακονίας του, ἀλλὰ προσκρούουν «εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων».

Μόνη τους παρηγοριὰ οἱ προσευχὲς τοῦ ἀδικημένου πνευματικοῦ τους πατέρα καὶ ἡ παρουσία τοῦ ἁγιασμένου ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ π. Ἰακώβου. Ἡ ἤδη εὔθραυστη ὑγεία του κλονίζεται περισσότερο καὶ τὸν ἀναγκάζει τὸ ἔτος 1975 νὰ σπεύσει πρὸς θεραπεία στὴν Ἀθήνα καὶ ν’ ἀναζητήσει θαλπωρὴ καὶ πνευματικὴ ἀνακούφιση στὸν νέο Μητροπολίτη Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς κ. κ. Ἀγαθόνικο, πού τὸν γνώριζε ὅταν ἦταν Πρωτοσύγκελος στὴν Μητρόπολη Φθιώτιδος. Ὁ Γέρων Μητροπολίτης μας τὸν δέχεται ἀμέσως, τὸν ἐντάσσει στὸ κληρικολόγιο τῆς νεοσύστατης Μητρόπολης, γνωρίζει ὅμως τὴν ταλαιπωρία του καὶ τοὺς λόγους ὑγείας ποὺ τὸν ἀνάγκασαν νὰ κατέβει στὴν Ἀθήνα καὶ τὸν διορίζει τὸ 1975 Ἐφημέριό τοῡ Ἱεροῦ Ναοῦ Κοιμήσεως Θεοτόκου Παλλήνης, μὲ ἐντολὴ νὰ ἐξυπηρετεῖ τὶς λατρευτικὲς ἀνάγκες τοῦ παρεκκλησίου αὐτῆς «Παναγία τῶν Βλαχερνῶν».

Κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακονίας του στὴ νεοσύστατη Ἐνορία τῶν Βλαχερνῶν ἀναπτύσσει, παρὰ τὴν κλονισμένη ὑγεία του, πλούσια πνευματικὴ δράση καὶ κινεῖται μὲ ἀξιοζήλευτο ἱεραποστολικὸ φρόνημα καὶ ἔντονη φιλανθρωπικὴ δράση στοὺς νεοεγκατεστημένους κατοίκους τῆς περιοχῆς τῶν Βλαχερνῶν. Παραμονὴ τῶν Θεοφανείων καὶ ἐνῶ βάδιζεπροσευχόμενοςπρὸς τὸν Ἱερὸ Ναὸ γιὰ τὴν τέλεση τῆς ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, ὑπέστη  ἐγκεφαλικὸ ἐπεισόδιο καὶ νοσηλεύτηκε γιὰ λίγες ἡμέρες. Τὴν 9η Ἰανουαρίου 1977, ἔπαυσε νὰ χτυπᾶ ἡ πληγωμένη καρδιά του καὶ φτερούγισε πρὸς τὸν οὐρανὸ ἐκπληρώνοντας τὴν παλαιοδιαθηκικὴ ρήση «διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος καὶ ἐξήγαγες ἡμᾶς εἰς ἀναψυχήν».

Ὁ πνευματικὸς σπόρος ποὺ ἔριξε ὁ π. Νικόδημος, ἡ βλάστηση καὶ ἡ καρποφορία του, ποὺ στὶς μέρες μας διαφαίνεται, μᾶς κάνουν νὰ εὐγνωμονοῦμε τὸν Θεὸ ποὺ ἐν μέσω θλίψεων καὶ δοκιμασιῶν ὁδήγησε τὰ ἱερατικά του βήματα στὴν πόλη μας καὶ μετέδωσε μὲ τὴν ὑπομονή, τὸν ζῆλο καὶ τὴν πνευματική του συγκρότηση ἕνα ὀρθόδοξο ὕφος καὶ ἦθος σὲ ἀρκετοὺς κατοίκους τῆς πόλεώς μας.   

Ἀρκετοὶ ἐνθυμοῦνται τὸν ἱεροπρεπὴ κληρικό, τὸν θαυμάσιο λειτουργό, τὸν διαπρήσιο κήρυκα καὶ τὸν ἐξαίρετο πνευματικὸ καθοδηγητή, στὸν ὁποῖο ὀφείλουν τὸν πνευματικό τους ἀναβαπτισμό.

Ἀξίζει ἐδῶ νὰ τονίσουμε ὅτι ὁ π. Νικόδημος ὑπεραγαποῦσε καὶ εὐλαβεῖτο ἰδιαιτέρως τὸν π. Ἰάκωβο, ἀλλὰ καὶ ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἐκτιμοῦσε βαθύτατα τὸν π. Νικόδημο. Εἶχε ἀναπτυχθεῖ μεταξύ τους μία σχέση, ἐν Χριστῷ ἀγάπης καὶ φροντίδας, καὶ αὐτὸ τὸ μαρτυρεῖ ἕνα ἔγγραφο αἰτήσεως γιὰ ἄδεια τοῦ π. Νικοδήμου πρὸς τὴν Μητρόπολη Χαλκίδος.   

    Παρακαλεῖ λοιπὸν τὸν Μητροπολίτη του νὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ μεταβεῖ στὴν Ἀθῆνα γιὰ ἰατρικὲς ἐξετάσεις καὶ ἀναφέρει σχετικά : «...Ἐὰν ἦταν ἐνωρίτερα θὰ ζητοῦσα νὰ πάρω μαζί μου τὸν π. Ἰάκωβον καὶ γιὰ παρέα καὶ νὰ κυτταχθῆ κι αὐτός. Τώρα ὅμως εἶναι ἀργὰ ἀλλὰ οὔτε κι αὐτὸς ἔρχεται, ἔχει πολὺ καλογερικὸ πεῖσμα. Θὰ πάη λέγει ἀργότερα...».

Ὅταν αἰφνιδίως κοιμήθηκε τὸ 1977 καὶ ἐνῶ ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία του τελέσθηκε ὑπὸ τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀγαθονίκου στὸν Ἱερὸ Ναὸ Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, ἐπιθυμία του ἦταν νὰ ταφεῖ στὴν Μονὴ τῆς Μετανοίας του, τὴν μονὴ τοῦ Ὁσίου Δαβίδ. Ὅλα ἔγιναν κατὰ τὴν ἐπιθυμία του καὶ αὐτὸ ὀφείλετο στὴν ἐπιστασία καὶ φροντίδα τοῦ ἁγίου Γέροντος Ἰακώβου. 

Ἕνα ἄλλο περιστατικὸ μαρτυρεῖ ἀκόμη περισσότερο τὸν ἰσχυρισμὸ μας αὐτόν. Ὅταν ὁ συντοπίτης μας Δημήτριος Τσιλίκος προσῆλθε ἐπὶ ἡμερῶν Ἡγουμενίας τοῦ Γέροντος Ἰακώβου, γιὰ νὰ δοκιμαστεῖ στὴν ἐν λόγω Μονὴ καὶ μαθαίνοντας ὁ Ὅσιος πατὴρ ὅτι κατάγεται ἀπὸ τὴν Παλλήνη, ἐπέλεξε στὴν μοναχική του κουρὰ νὰ τοῦ δοθεῖ τὸ ὄνομα Νικόδημος πρὸς τιμὴν τοῦ μεγάλου Ὁσίου Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας μας Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καὶ εἰς μνήμην τοῦ μακαριστοῦ π. Νικοδήμου Θωμᾶ.

           Ἀδελφοί μου,

          Ἐπιλέξαμε νὰ παρουσιάσουμε τὴν φωτεινὴ μορφὴ τοῦ π. Νικοδήμου συμπληρώνοντας μία σειρὰ ἱερατικῶν μορφῶν ποὺ διακόνησαν τὴν τοπική μας Ἐκκλησία καὶ ἀνάλωσαν τὴν ἱερατική τους ψυχὴ καὶ καρδία πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ προαγωγὴ τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς πόλεώς μας.

          Ἂς εἶναι εὐλογημένο τὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔφερε  κοντὰ μας τέτοιου πνευματικοῦ ἀναστήματος ἱερατικὲς μορφές, ποὺ ἴσως τὸν καιρὸ τῆς διακονίας καὶ τῆς προσφορᾶς τους νὰ πέρασαν ἀπαρατήρητες ἀπὸ τοὺς πολλούς, ἀλλὰ σήμερα ἐμεῖς ὀφείλουμε ν’ ἀναγνωρίσουμε ἀφενὸς τὴν προσφορά τους καὶ ἀφετέρου ἐμεῑς οἱ νεώτεροι νὰ γνωρίσουμε τὴν διακονία τους, γιὰ νὰ μιμηθοῦμε τὸ παράδειγμά τους.     

Ἀρχιμ. Ἱερώνυμος Σχίζας

 

 

Ἀρχιμανδρίτης

Νικηφόρος Πασσᾶς

    Μία ξεχωριστὴ ἐκκλησιαστικὴ φυσιογνωμία τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας ὑπηρέτησε τὸν Ἱερό μας Ναὸ γιὰ περίπου τέσσερα συναπτὰ ἔτη. Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Νικηφόρος, κατὰ κόσμον Ἀθανάσιος Πασσάς, στὰ πρῶτα του ἱερατικὰ βήματα διακόνησε στὴν ἐνορία μας μὲ ἀπαράμιλλο ζῆλο καὶ ἰδιαίτερη ἀφοσίωση, γεγονὸς ποὺ καταγράφεται στὴ μνήμη πολλῶν ἐνοριτῶν μας, παρότι ἀπὸ τότε ἔχουν περάσει ἀρκετὰ χρόνια. 

    Γεννήθηκε στὰ Σπάτα τὴν 12η  Ἰουλίου 1940 ὅπου ἔλαβε καὶ τὰ ἐγκύκλια γράμματα. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία εἶχε φανεῖ ἡ ἱερατική του κλήση καὶ ἀρκετοὶ συντοπίτες του προέβλεπαν, ὅτι μεγαλώνοντας θὰ γινόταν ἕνας καλὸς κληρικὸς ποὺ θὰ ὑπηρετοῦσε τὸν τόπο του καὶ τὴν ἐκκλησία. Καὶ πράγματι, ὁ μακαριστὸς π. Νικηφόρος δὲν διέψευσε τὶς προσδοκίες τους. Ἀγάπησε ἀπὸ παιδὶ τόσο τὸ λειτούργημα τῆς ἱερωσύνης ὅσο καὶ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του τὰ Σπάτα γι’ αὐτὸ μέχρι τὸ ἀπρόσμενο τέλος τῆς ζωῆς του ἀνάλωσε  τὸν ἑαυτό του στὴν ὑπηρεσία καὶ τῶν δύο.

    Τὸ 1963 ἀπεφοίτησε ἀπὸ τὸ Ἀνώτερο Ἐκκλησιαστικὸ Φροντιστήριο τῆς Καλαμάτας καὶ τὸ 1969 ἔλαβε τὸ πτυχίο τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Τὸ 1981 ἔλαβε καὶ τὸ πτυχίο τῆς Νομικῆς Σχολῆς.

    Χειροτονήθηκε διάκονος τὴν 12η  Δεκεμβρίου 1964 στὸν Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος στὸ Αἰγάλεω ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Μητροπολίτη Φθιώτιδος κυρὸ Δαμασκηνὸ καὶ διορίστηκε στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ταξιαρχῶν καὶ Παναγίας Γρηγορούσας Ἀθηνῶν. Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε τὴν 12η  Δεκεμβρίου 1968 στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἀναλήψεως  Κυρίου Κορωπίου ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ἀττικῆς καὶ Μεγαρίδος Νικόδημο, καὶ ὑπηρέτησε στὸν παραπάνω Ναὸ μέχρι τὸ 1970. Ἀπὸ τὸ 1970 καὶ μέχρι τὸ 1974 ὑπηρέτησε ὡς ἐφημέριος καὶ Ἱεροκήρυκας στὸν Ἱερό μας Ναό.

    Μὲ τὴν ἵδρυση τῆς νέας Μητροπόλεως Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς τὸ 1974, ἔλαβε ἀπὸ τὸν νέο Μητροπολίτη κ. Ἀγαθόνικο τὸ ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη καὶ διορίστηκε Ἱερατικὸς Προϊστάμενος τοῦ νέου Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Κοιμήσεως Θεοτόκου Σπάτων, ὅπου καὶ παρέμεινε μέχρι τὸ 1998. Ἀπὸ τὸ ἔτος ἐκεῖνο καὶ μέχρι τὸν ξαφνικὸ καὶ ἀναπάντεχο θάνατό του τὴν 20η Ἀπρίλιου 2007 διακόνησε τὴν Μητρόπολή μας ὡς Ἱεροκήρυκας.            

Ἀρχιμ. Ἱερώνυμος Σχίζας.  

 

Σειρά : Μοναχικὲς μορφὲς τῆς Παλλήνης.

 

Μοναχή

Θεοδώρα Δημαρχοπούλου

    Ὁ κάθε τόπος, ἡ κάθε περιοχὴ εὐλογεῖται ἀπὸ ἁγιασμένους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι γεννῶνται, μεγαλώνουν, ἐκδημοῦν ἤ καὶ ἁπλὰ διέρχονται ἀπὸ αὐτόν. Ἡ διαρκὴς βίωση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή τους καὶ ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἐνοικεῖ μέσα τους ἁγιάζει ἀκόμα καὶ τὸ περιβάλλον στὸ ὁποῖο ζοῦν. Ἡ Παλλήνη, εἶχε τὴν εὐλογία, νὰ ζήσει μέσα σ’αὐτὴν μιὰ σύγχρονη ἀσκήτρια. Μιὰ μοναχή, ἡ ὁποία φύτεψε ἕνα πνευματικὸ δέντρο μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο τρεφόμαστε ἀκόμα ὅλοι μας. Καὶ αὐτὴ ἦταν ἡ Γερόντισσα Θεοδώρα Δημαρχοπούλου, ἡ μαθήτρια τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, ἡ ἱδρύτρια τῆς σημερινῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης Παλλήνης, ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν ὁσιακὴ ζωή, ποὺ ἔζησε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς της καὶ κοιμήθηκε «ἐν Κυρίῳ» στὴν Παλλήνη.    

    Ἡ μακαριστὴ Γερόντισσα Θεοδώρα, κατά κόσμον Οὐρανία Δημαρχοπούλου, γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη γύρω στὰ 1900. Οἱ γονεῖς της Κωνσταντῖνος καὶ Ἄννα ἀπέκτησαν πέντε παιδιά, τὸν Ἀλέξανδρο καὶ τὸν Ὅμηρο, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν σὲ ὅλη τους τὴ ζωὴ στὴν Ἀμερική, τὴν Εἱμαρμένη, τήν Ὀλυμπία καὶ τὴν Οὐρανία, τὴν μετέπειτα μοναχή Θεοδώρα. Ἡ οἰκογένειά της ἦταν πολὺ εὔπορη, γι’ αὐτὸ καὶ φρόντισε ἰδιαιτέρως γιὰ τὴ μόρφωση τόσο τῆς Οὐρανίας ὅσο καὶ ὅλων τῶν παιδιῶν. Ἡ μόρφωση τῆς Οὐρανίας διαφαινόταν ἀπὸ τὶς γνώσεις μουσικῆς καὶ Γαλλικῶν ποὺ εἶχε.

    Ὁ πατέρας της ἦταν Ἁγιογράφος καὶ ἦταν ἐκεῖνος ποὺ μετέδωσε τὴν τέχνη τῆς Ἁγιογραφίας στὴν κόρη του Οὐρανία. Στὸ ἐργαστήριο ποὺ διατηροῦσε στὴν Κωνσταντινούπολη, εἶχε ἔντονη πατριωτικὴ δραστηριότητα, γι’ αὐτὸ τὸ λόγο καὶ πολλὲς φορὲς συνελήφθη καὶ φυλακίστηκε ἀπὸ τὶς τουρκικὲς ἀρχές. Οἱ συνεχεῖς συλλήψεις καὶ γενικὰ ἡ καχυποψία τῶν Τούρκων ἀπέναντί του τὸν ἔκαναν νὰ ἔρθει μαζὶ μὲ ὅλη του τὴν οἰκογένεια στὴν Ἀθήνα καὶ νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴν περιοχὴ τῆς Καλλιθέας.

    Ἡ πνευματικὴ ὅμως καλλιέργεια ποὺ εἶχαν μεταδώσει οἱ γονεῑς στὰ παιδιὰ τὰ ἔκανε νὰ ἀναζητοῦν ἑστίες πνευματικές, ἀπὸ τὶς ὁποῑες θὰ προχωροῡσαν στὴν περαιτέρω πνευματική τους ὡρίμανση. Ὁ πόθος αὐτὸς ἔφερε τὰ βήματα τῶν τριῶν ἀδελφῶν τῆς οἰκογένειας Δημαρχοπούλου στοὐς κύκλους τοῦ μακαριστοῦ Ἱερέως π. Ἀγγέλου Νησιώτου, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε μέγιστη πνευματικὴ καὶ ἰδιαίτερα καρποφόρα δραστηριότητα.

    Στὸν π. Ἄγγελο γιὰ πρώτη φορὰ ἡ Οὐρανία ἐκμυστηρεύτηκε τὀν πόθο της γιὰ τὴν μοναχικὴ πολιτεία. Ὁ π. Ἄγγελος τὴν κατηύθυνε στὴν νεοϊδρυθεῖσα τότε Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος Αἰγίνης, τῆς ὁποίας κτίτορας καὶ Γέροντας ἦταν ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως, ὁ Ἅγιος τοῦ αἰῶνα μας, ὅπως ἐπάξια καλεῖται. Ἐκεῖ ἡ Οὐρανία ὑπὸ τὴν πνευματικὴ πλέον καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ἐκάρη μοναχὴ καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Θεοδώρα πρὸς τιμὴν τῆς Ἁγίας Θεοδώρας τῆς Αὐγούστας.     

    Ἡ μοναχὴ πλέον Θεοδώρα, ἐκτὸς τῶν μοναχικῶν ἀρετῶν, καλλιέργησε καὶ τὴν τέχνη τῆς Ἁγιογραφίας ποὺ εἶχε διδαχθεῖ, ὅπως εἴπαμε νωρίτερα, ἀπὸ τὸν πατέρα της Κωνσταντῖνο. Ἡ εἰκόνα ποὺ βρίσκεται πάνω ἀπὸ τὸν τάφο του Ἁγίου Νεκταρίου, καθὼς καὶ ἡ εἰκόνα ποὺ λιτανεύεται ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τῆς Ριζαρείου Σχολῆς στὴν λιτανεία τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου εἶναι κάποια ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ ἔργα τῆς Γερόντισσας.

    Σοβαρὰ ὅμως προβλήματα ὑγείας ἄρχισαν νὰ δυσκολεύουν πολὺ τὴ ζωὴ της. Ἰδιαίτερα τὰ προβλήματα ἀρθρίτιδος στὰ πὸδια της ἐπιδεινώνονταν ἀπὸ τὴν ὑγρασία τοῦ κλίματος τῆς Αἴγινας. Κάποια γνωστή της τότε τὴν παρότρυνε νὰ μετοικήσει στὴν Παλλήνη (τότε Χαρβάτι), ὅπου τὸ κλίμα ἦταν ἀρκετὰ ξηρό.

    Μὲ τὴν εὐχὴ τῆς Γερόντισσάς της ἡ Γερόντισσα Θεοδώρα ἦρθε στὴν Παλλήνη. Ἐπὶ τῆς σημερινῆς ὁδοῦ Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως 33, στὸ σημεῖο ὅπου βρίσκεται σήμερα ἡ Ἱ. Μονή τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, σὲ ἕνα πολὺ μικρότερο τοῦ σημερινοῦ ὑπάρχοντος οἰκοπέδου ἐγκαταστάθηκε ἡ Γερόντισσα Θεοδώρα. Ἀρχικὰ ἔχτισε δύο μικρὰ κελλιά, ἕνα γιὰ νὰ μένει καὶ ἕνα τὸ ὁποῖο διαμόρφωσε σὲ ἁγιογραφεῖο. Μὲ τὰ ἔσοδα ἀπὸ τὸ ἐργόχειρο τῆς ἁγιογραφίας ἡ Γερόντισσα κατάφερε νὰ μεγαλώςει τὸ οἰκόπεδο. Ἄοκνα συνέχιζε μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια τὴν ἁγιογράφηση φορητῶν εἰκόνων ποὺ καὶ σήμερα κοσμοῦν πολλοὺς ναοὺς καὶ πολλὰ σπίτια στὴν Παλλήνη καθὼς καὶ στὴν εὐρύτερη περιοχή. Ἔργα της σήμερα βρίσκονται ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, στὸ πλησίον τῆς Μονῆς εὑρισκόμενο παρεκκλήσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου τοῦ Κωστοπουλείου Ἱδρύματος, στὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Θεοδώρων Γαργηττοῦ, στὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Νεκταρίου, Πέτρου και Παύλου Ἄνω Κηφισιᾶς, στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου Παλλήνης, στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου Παλλήνης, στὸν ἐνοριακὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου Λαύκας Κορινθίας κ.ἀ.

    Μὲ πολλὲς στερήσεις καὶ δυσκολίες προσέθεσε λίγα κελλιά, τὰ ὁποῖα χρησιμοποίησε γιὰ κουζίνα καὶ γιὰ ἀρχονταρίκι. Ἀνήγειρε ἐπίσης καὶ παρεκκλήσιο πρὸς τιμὴν τῆς Ἁγίας Θεοπρομήτορος Ἄννης. Ἡ αφιέρωση τοῦ παρεκκλησίου στὴν Ἁγία Ἄννα ἔγινε εἰς μνήμην τῆς μητέρας της Ἄννας.

    Περνώντας τὰ χρόνια, τὸ μικρὸ αὐτὸ Ἡσυχαστήριο κατέστη πνευματικὴ ὄαση γιὰ τὴν Παλλήνη. Γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς φιλοξενίας τῶν προσκυνητῶν, ἡ Γερόντισσα προσέθεσε στὸν ὄροφο τῶν ὑπαρχόντων κτισμάτων καὶ ἄλλον ἕνα χῶρο, γιὰ νὰ παραμένουν οἱ προσκυνητὲς ποὺ τὸ ἐπιθυμοῦσαν. Ἡ αὐλὴ τοῦ Ἡσυχαστηρίου ἦταν γεμάτη ἀπὸ ἐλιές, κερασιὲς καὶ πλῆθος ἄλλων δέντρων καὶ λουλουδιῶν. Οἱ προσθῆκες στὰ ἀρχικὰ κελλιὰ καὶ ἡ διαμόρφωση τοῦ οἰκοπέδου, καθώς καὶ ὅλη της ἡ διαβίωση, γίνονταν μὲ πολὺ κόπο καὶ πολλὲς θυσίες. Ὑπῆρξαν βέβαια εὐλαβεῖς οἰκογένειες τῆς Παλλήνης, καθώς καὶ μεμονωμένα ἄτομα, οἱ ὁποῖοι ἀγαποῦσαν ἰδιαίτερα τὴν Γερόντισσα καὶ τὴν διακόνησαν σὲ ὅλα τὰ ἔτη τῆς ζωῆς της.

    Κοιμήθηκε ὁσιακά στὶς 3 Μαΐου 1983 μετὰ ἀπὸ ὀλιγοήμερη νοσηλεία. Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία ἐψάλη στὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Ἄννης, ποὺ ἡ ἴδια ἀνήγειρε καὶ ἐτάφη στὸ Κοιμητήριο τῆς Παλλήνης.

 

    Τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς Γερόντισσας ἦταν ἡ καλοσύνη, ἡ ἁπλότητα, ἡ ἀγαθοσύνη, ἠ ἔντονη προσευχὴ καὶ ἡ ἀγάπη στὸν πλησίον, ἡ ὁποία ἐκφραζόταν μὲ τὴν φιλοξενία καὶ τὴν ἐλεημοσύνη. Πολλοὶ ἦταν αὐτοὶ ποὺ προσέτρεχαν στὸ Ἡσυχαστήριό της, γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐχή της καὶ νὰ τὴν συμβουλευτοῦν σὲ δύσκολα προσωπικά τους θέματα. Ὅπως καὶ πολλοὶ προσέτρεχαν γιὰ νὰ λάβουν ὑλικὴ βοήθεια, ἀφοῦ ἤξεραν ὅτι πάντοτε θὰ εὕρισκαν ἀνταπόκριση.

 

    Ἡ Μακαριστὴ Γερόντισσα Θεοδώρα πράγματι μέσα ἀπ’ τὸ πέρασμά της ἄφησε τὰ ἴχνη της στὸν τόπο μας. Μὰ τὸ σπουδαιότερο εἶναι ὅτι ἄφησε τὴν εὐλογία της. Μᾶς εὐλογεῖ, μᾶς στηρίζει καὶ δέεται γιὰ μᾶς στὸν Κύριο, στὸν ὁποῖο ἀφιέρωσε ὅλη της τὴν ζωή.

    Ἄς ἔχουμε τὴν εὐχή της. 

Ἀρχιμ. Τιμόθεος Ἀγγελής

 

 

 

 

© 2014 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode