Σύναξη 16/11/2014

Το απόγευμα της Κυριακής 16 Νοεμβρίου 2014 στο Πνευματικό Κέντρο του Ιερού Ναού πραγματοποιήθηκε το 3ο ΝΕΑΝΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ με θέμα "ΠΕΡΙ ΘΕΙΟΥ ΕΡΩΤΟΣ" και με αφορμή τις διδαχές του οσίου γέροντος Πορφυρίου του καυσοκαλυβίτου. Στη σύναξη αυτή συμμετείχαν νέοι και νέες ηλικίας μέχρι 40 ετών (περίπου 40 άτομα)  και αναπτύχθηκε ένας γόνιμος πνευματικός διάλογος από τον οποίο εξήχθησαν τα παρακάτω συμπεράσματα :

  1. Ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο, είναι εραστής του ανθρώπου κατά τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο ο οποίος λέγει σχετικά : «καθάπερ τις εραστής σφοδρός, μάλλον δέ παντός εραστού σφοδρότερος ών».
  2. Όποιος αγαπά τον Θεό αγαπά και ότι αγαπά ο Θεός. Αυτήν την αγάπη οι άγιοι Πατέρες την ονομάζουν έρωτα, και για να τον αντιδιαστείλουν από κάθε άλλο ψευδή έρωτα, κάνουν λόγο για θείο έρωτα.
  3. Εκείνος πού ευφραίνεται με τον Θεό αποβάλλει κάθε «βιωτικήν ηδονήν». Στην πραγματικότητα υπερβαίνει την εγκόσμια ηδονή με την θεία ηδονή και, όταν έχει αυτήν την ηδονή, δεν θέλει να αισθάνεται άλλη σωματική και εγκόσμια ηδονή.
  4. Ο θείος έρωτας δεν είναι ψυχολογικής προελεύσεως, ούτε αναμεμειγμένος με τον σωματικό έρωτα, αλλά είναι ενέργεια της Χάριτος τού Θεού, είναι άλλης προελεύσεως, είναι αποτέλεσμα της καθαρότητος τού ανθρώπου και της αρπαγής τού νου του από τον Θεό.
  5. Η αγάπη-έρωτας προς τον Θεό έχει και πολλές ευεργεσίες για τον «ερωμένο», αφού μετατρέπει ολόκληρη την ύπαρξή του και την φέρει σε σχέση και κοινωνία με τον Θεό, και ο ίδιος ο άνθρωπος γίνεται ναός τού Παναγίου Πνεύματος.
  6. Εκείνος πού καταλαμβάνεται από αυτόν τον έρωτα και τρέφεται με τις ελπίδες των αιωνίων αγαθών δεν καταποντίζεται σε κανένα από τα παρόντα, ούτε παρασύρεται από τα λυπηρά τού παρόντος βίου. Η ψυχή πού πυρώνεται από το θείο πυρ και δεν επιθυμεί τίποτε το εγκόσμιο.
  7. Τέλος, εκείνος πού αγαπά τον Θεό τηρεί τις εντολές Του όχι από τον φόβο και την απειλή της κολάσεως, ούτε από την υπόσχεση της Βασιλείας των Ουρανών, αλλά για την αγάπη τού Νομοθέτου.

ΟΣΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ

 

"Περί Θείου Έρωτος"

Η ψυχή του Χριστιανού πρέπει να είναι λεπτή, να είναι ευαίσθητη, να είναι αισθηματική, να πετάει, όλο να πετάει, να ζει μες στα όνειρα. Να πετάει μες στ΄ άπειρο, μες στ΄ άστρα, μες στα μεγαλεία του Θεού, μες στη σιωπή. Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αυτό είναι! Πρέπει να πονάεις. Ν΄ αγαπάεις και να πονάεις. Να πονάεις γι΄ αυτόν που αγαπάεις. Η αγάπη κάνει κόπο για τον αγαπημένο. Όλη νύκτα τρέχει, αγρυπνεί, ματώνει τα πόδια, για να συναντηθεί με τον αγαπημένο. Κάνει θυσίες, δεν λογαριάζεις τίποτα, ούτε απειλές, ούτε δυσκολίες, εξαιτίας της αγάπης. Η αγάπη προς τον Χριστό είναι άλλο πράγμα, απείρως ανώτερο.

Και όταν λέμε αγάπη, δεν είναι οι αρετές που θ΄ αποκτήσουμε αλλά η αγαπώσα καρδία προς τον Χριστό και τους άλλους. Το καθετί εκεί να το στρέφουμε. Βλέπουμε μια μητέρα να έχει το παιδάκι της αγκαλιά, να το φιλάει και να λαχταράει η ψυχούλα της; Βλέπουμε να λάμπει το πρόσωπό της, που κρατάει τ΄ αγγελούδι της; Όλ΄ αυτά ο άνθρωπος του Θεού τα βλέπει, του κάνουν εντύπωση και με δίψα λέει: «Να είχα κι εγώ αυτή τη λαχτάρα στον Θεό μου, στον Χριστό μου, στην Παναγίτσα μου, στους αγίους μας!». Να, έτσι πρέπει ν΄ αγαπήσομε τον Χριστό, τον Θεό. Το επιθυμείς, το θέλεις και το αποκτάς με τη χάρη του Θεού.

Εμείς, όμως, έχομε φλόγα για τον Χριστό; Τρέχουμε, όταν είμαστε κατάκοποι, να ξεκουρασθούμε στην προσευχή, στον Αγαπημένο ή το κάνουμε αγγάρια και λέμε: «Ω, τώρα έχω να κάνω και προσευχή και κανόνα...»; Τι λείπει και νιώθουμε έτσι; Λείπει ο θείος έρως. Δεν έχει αξία να γίνεται μια τέτοια προσευχή. Ίσως μάλιστα κάνει και κακό.

Αν στραπατσαρισθεί η ψυχή και γίνει ανάξια της αγάπης του Χριστού, διακόπτει ο Χριστός τις σχέσεις, διότι ο Χριστός «χοντρές» ψυχές δεν θέλει κοντά Του. Η ψυχή πρέπει να συνέλθει πάλι, για να γίνει άξια του Χριστού, να μετανοήσει «έως εβδομηκοντάκις επτά». Η μετάνοια η αληθινή θα φέρει τον αγιασμό. Όχι να λέεις, «πάνε τα χρόνια μου χαμένα, δεν είμαι άξιος» κ.λ.π., αλλά μπορείς να λέεις, «θυμάμαι κι εγώ τις μέρες τις αργές, που δεν ζούσα κοντά στον Θεό...». Και στη δική μου ζωή κάπου θα υπάρχουν άδειες μέρες. Ήμουν δώδεκα χρονών, που έφυγα για το Άγιον Όρος. Δεν ήταν αυτά χρόνια; Μπορεί βέβαια να ήμουν μικρό παιδί, αλλά έζησα δώδεκα χρόνια μακράν του Θεού· τόσα πολλά χρόνια!...

Όταν αγαπάεις τον Χριστόν, κάνεις κόπο, αλλά ευλογημένο κόπο. Υποφέρεις, αλλά με χαρά. Κάνεις μετάνοιες, προσεύχεσαι, διότι αυτά είναι πόθος, θείος πόθος. Και πόνος και πόθος και έρωτας και λαχτάρα και αγαλλίαση και χαρά και αγάπη. Οι μετάνοιες, η αγρυπνία, η νηστεία είναι κόπος, που γίνεται για τον Αγαπημένο. Κόπος, για να ζεις τον Χριστό. Αλλ΄ αυτός ο κόπος δεν γίνεται αναγκαστικά, δεν αγανακτείς. Ότι κάνεις αγγάρια, δημιουργεί μεγάλο κακό και στο είναι σου και στην εργασία σου. Το σφίξιμο, το σπρώξιμο φέρνει αντίδραση. Ο κόπος για τον Χριστό, ο πόθος ο αληθινός είναι Χριστού αγάπη, είναι θυσία, είναι ανάλυσις. Αυτό ένιωθε και ο Δαβίδ: «Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου». Ποθεί με λαχτάρα και λιώνει η ψυχή μου απ΄ την αγάπη του Θεού. Αυτό του Δαβίδ ταιριάζει με το στίχο του Βερίτη που μ΄ αρέσει: «Συντροφιά με τον Χριστό λαχτάρησα να ζήσω, ως να φθάσει κι η στερνή στιγμή να ξεψυχήσω».

Χρειάζεται προσοχή και προσπάθεια, για να κατανοεί κανείς αυτά που μελετάει και να τα ενστερνίζεται. Αυτός είναι ο κόπος που θα κάνει ο άνθρωπος. Στην κατάνυξη, στη ζέση, στα δάκρυα θα μπει μετά χωρίς να κοπιάσει. Αυτά ακολουθούν, είναι δώρα Θεού. Ο έρωτας θέλει προσπάθεια; Με την κατανόηση, των τροπαρίων και κανόνων και των Γραφών έλκεσαι ευφραινόμενος, μπαίνεις μέσα στην αλήθεια ευφραινόμενος. «Έδωκας ευφροσύνην εις την καρδίαν μου», όπως λέγει ο Δαβίδ. Έτσι αυθόρμητα μπαίνεις στην κατάνυξη, αναίμακτα. Καταλάβατε;

Εγώ ο καημένος επιθυμώ ν΄ ακούω τα λόγια των Πατέρων, των ασκητών, τα λόγια της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Σ΄ αυτά θέλω να εντρυφώ. Αυτά καλλιεργούν το θείο έρωτα. Τα επιθυμώ και προσπαθώ, αλλά δεν μπορώ. Αρρώστησα και «το μεν πνεύμα πρόθυμος, η δε σαρξ ασθενής». Δεν μπορώ να κάνω μετάνοιες. Τίποτα. Επιθυμώ, έχω ζήλο και έρωτα να είμαι στο Άγιον Όρος και να κάνω μετάνοιες, να προσεύχομαι, να λειτουργώ και να είμαι μ΄ έναν ακόμα ασκητή. Είναι καλύτερο να είναι δύο. Το είπε και ο ίδιος ο Χριστός: «Ου γαρ εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών».

© 2014 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode